ονομασία μύγας

Χαρακτηριστικά μύγας

 
Στην τάξη των δίπτερων εντόμων και στην υπόταξη Brachycera (κοντές κεραίες – περισσότερα στο wiki) ανήκει το έντομο της μύγας. Μπορούν να αναπαράγονται με μεγάλη ευκολία γιατί σε σύντομο χρονικό διάστημα περνούν από τα τέσσερα στάδια της εξέλιξής τους.
Έχουν μέτριο μέγεθος και όπως λέει το όνομά τους στο εμπρόσθιο μέρος φέρουν δύο πτέρυγες, οι οποίες είναι μεμβρανώδεις και διαφανείς με φτωχή νεύρωση. Οι δύο οπίσθιες πτέρυγες έχουν μεταμορφωθεί σε αλτήρες, οι οποίοι προσφέρουν ισορροπία κατά την πτήση και επίσης ρυθμίζουν την ταχύτητα.
 

Βιολογικός Κύκλος της μύγας

 
 μύγας βιολογικός κύκλος
 
Η μύγα είναι ολομετάβολο έντομο, δηλαδή υποβάλλονται σε πλήρη μεταμόρφωση αφού περνούν και από τα τέσσερα στάδια του βιολογικού της κύκλου κατά την ανάπτυξή της. Αυγό, προνύμφη, νύμφη και ενήλικο έντομο. Η μεταμόρφωση της μύγας από το αυγό στο ενήλικο έντομο απαιτεί συνολικά 10 έως 40 ημέρες, ανάλογα με τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος και την ποσότητα και ποιότητα της τροφής για τις προνύμφες. Κάθε θηλυκό έντομο στη διάρκεια της ζωής του μπορεί να γεννήσει μέχρι και 500 αυγά.
 

μύγας αυγάΑυγά μύγας

Η θηλυκή μύγα εναποθέτει τα αυγά σε ζωικά απόβλητα ή υγρά οργανικά υλικά. Τα αυγά είναι λευκού χρώματος και έχουν μήκος περίπου 1,2 χιλιοστά. Μια θηλυκή μύγα μπορεί να γεννήσει μέχρι 500 αυγά σε διάστημα τριών έως τεσσάρων ημερών. Η εκκόλαψή τους διαρκεί μία ημέρα και στη συνέχεια μεταμορφώνονται σε προνύμφες.
 
 
 
 
 
 
 
 

μύγας προνύμφηΠρονύμφη μύγας

Οι προνύμφες συχνά αναφέρονται και ως ΄σκουλήκια’. Έχουν μήκος από 9,5 έως 19,1 χιλιοστά, δεν έχουν πόδια και προτιμούν θερμό και υγρό περιβάλλον για να αναπτυχθούν. Οι προνύμφες σε περιόδους με υψηλές θερμοκρασίες ολοκληρώνουν την ανάπτυξή τους σε 8 έως 24 ώρες. Τρέφονται με βλαστούς και ρίζες φυτών, με σάρκες ζωντανών ζώων, ενώ κάποια είδη τρέφονται αποκλειστικά με φυτά και ζώα που βρίσκονται σε αποσύνθεση. Αφού ολοκληρώσουν τρία στάδια στην ανάπτυξή τους (προνύμφη 1ου, 2ου & 3ου σταδίου), μετακινούνται σε πιο στεγνά εδάφη και μεταμορφώνονται σε νύμφες.
 
 
 

Νύμφη μύγας

μύγας νύμφηΌταν η προνύμφη έχει περάσει και από το 3ο στάδιο της ανάπτυξής της, το δέρμα της μετατρέπεται σε ένα σκληρό κέλυφος (puparium) μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η χρυσαλίδα. Εντός του ‘puparium’ και εφόσον επικρατούν ιδανικές συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας η προνύμφη μέσα σε 3 ημέρες έως 5 εβδομάδες μεταμορφώνεται σε ενήλικο έντομο, από όπου και αναδύεται.
 
 
 
 
 
 
 

Ενήλικο έντομο

ενήλικο έντομο μύγας
Σε αυτή τη φάση τα φτερά ξεδιπλώνονται, επεκτείνονται, στεγνώνουν και σκληραίνουν. Έτσι το ενήλικο έντομο είναι σε θέση πια να πετάξει.
 
 
 
 
 
 
 

Συνήθειες της μύγας

Η μύγα δραστηριοποιείται κυρίως κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ όταν πέφτει το σκοτάδι αναπαύεται στις γωνίες των δωματίων και στη βλάστηση ή παραμένει κολλημένη στις οροφές. Τρέφεται με χυμούς φυτών, με υγρά που εκκρίνονται από ζωντανούς οργανισμούς και με ακαθαρσίες, ενώ κάποια είδη της απομυζούν το αίμα των ζώων και των ανθρώπων. Η μύγα προτιμάει θερμοκρασίες γύρω στους 28 C. Όσο πιο κοντά στην ιδανική αυτή θερμοκρασία, είναι η μέση θερμοκρασία στην περιοχή δραστηριοποίησής της, τόσο πιο γρήγορα περνάει από τα τέσσερα στάδια του βιολογικού της κύκλου και συνεπώς τόσο πιο γρήγορη είναι η ανάπτυξή της. Τους χειμερινούς μήνες που οι θερμοκρασίες γενικά είναι αρκετά κάτω από τις ιδανικές για την ανάπτυξή της, η μύγα επιβιώνει με τη μορφή της προνύμφης ή της νύμφης.
 
Η μύγα επίσης ελκύεται από ρεύματα αέρα και οσμές και συνηθίζει να πετάει σε ύψος 1,5-2 μέτρα. Μπορεί να ταξιδέψει αρκετά χιλιόμετρα μακριά, αν και συνήθως προτιμάει να παραμένει κοντά στις εστίες αναπαραγωγής της.
Το προσδόκιμο ζωής των ενηλίκων διαφέρει ανάλογα με το φύλο, τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος και τη διαθέσιμη τροφή. Γενικότερα, η θηλυκή μύγα ζει 6-8 εβδομάδες, ενώ η αρσενική μύγα ζει λιγότερο.
 

Είδη μύγας

Οικιακή μύγα (Musca domestica Linnaeus)

Οι μύγες αυτές έχουν αυτή την ονομασία επειδή βρίσκονται μέσα και γύρω από τα σπίτια. Είναι ένα παράσιτο που όχι μόνο προκαλεί όχληση, αλλά είναι φορέας νοσογόνων οργανισμών. Τα ενήλικα έχουν μέγεθος 4-7,5mm, και το χρώμα τους είναι θαμπό γκρι. Τα στοματικά τους μόρια είναι κατάλληλα προσαρμοσμένα ώστε να απομυζούν τροφές υγρής μορφής όπως γάλα, σιρόπι, νερό, υγρά φρούτων σε αποσύνθεση, περιττώματα κλπ. Η θηλυκιά μύγα εναποθέτει τα αυγά της σε κάθε είδους οργανική ουσία που βρίσκεται σε αποσύνθεση εξασφαλίζοντας ιδανική θερμοκρασία και υγρασία για την εκκόλαψή τους και πλούσιο υπόστρωμα για την τροφή των προνυμφών. Τα αυγά θανατώνονται όταν στεγνώσουν και σε θερμοκρασίες μικρότερες των 15 oC ή μεγαλύτερες των 40 oC. Η διάρκεια ζωής των ενηλίκων σε ιδανικές συνθήκες είναι περίπου 30 ημέρες ενώ η ακτίνα διασποράς τους από την εστία ανάπτυξης των προνυμφών είναι 3-4 χιλιόμετρα. Η οικιακή μύγα είναι μηχανικός μεταφορέας πολλών παθογόνων οργανισμών (πάνω από 100) και μπορεί να προκαλέσει λοιμώξεις όπως σαλμονελλώσεις, τυφοειδή πυρετό ή να μεταδώσει τα παθογόνα της χολέρας, του άνθρακα, της μικροβιακής δυσεντερίας κ.α. Η μετάδοση των παθογόνων γίνεται είτε με τα περιττώματά της είτε με τη “σταγόνα εμετού” που συχνά αφήνει στις τροφές που κάθεται. 
 

Ταβάνια ή Αλογόμυγες (οικογ. Tabanidae)

Τα Tabanidae είναι μύγες μετρίου έως πολύ μεγάλου μεγέθους με παγκόσμια εξάπλωση. Τα αρσενικά τρέφονται με φυσικές σακχαρούχες ουσίες όπως και τα θηλυκά με τη διαφορά ότι τα θηλυκά επιπρόσθετα νύσσουν μια μεγάλη ποικιλία θηλαστικών όπως άλογα και βοοειδή, ερπετά, αμφίβια , πτηνά ακόμη και άνθρωπο. Τα θηλυκά αφήνουν τα αυγά τους στην κάτω πλευρά φύλλων, βλαστών κλπ που κρέμονται πάνω από λασπώδεις και υδαρείς περιοχές οι οποίες αποτελούν περιβάλλον ανάπτυξης των προνυμφών. Τα θηλυκά ακμαία είναι ιδιαίτερα δραστήρια κατά τη διάρκεια της ημέρας και της έντονης ηλιοφάνειας. Εντοπίζουν το “θύμα” τους κυρίως με την όραση παρόλο που η οσμή του διοξειδίου του άνθρακα συμβάλει στον εντοπισμό του. Ενδημούν σε δάση, ελώδεις περιοχές και λειβάδια ενώ σπάνια εισέρχονται σε σπίτια. Η εμφάνισή τους είναι εποχική και για τα εύκρατα κλίματα από την Άνοιξη μέχρι το Καλοκαίρι. Επειδή τα θηλυκά τρέφονται με πολλές διακοπές στο γεύμα τους προκαλούν πολλά τσιμπήματα και είναι υπεύθυνα για τη μετάδοση πολλών ασθενειών όπως του άνθρακα, της τουλαραιμίας, της ασθένειας του Lyme, της ασθένειας surra και της λοΐσης που είναι η σοβαρότερη ασθένεια που μεταδίδεται στον άνθρωπο. 
 

Μυγάκια των φρούτων (Drosophila spp.)

Η ονομασία τους προέρχεται από το μικρό τους μέγεθος και από το γεγονός ότι αναπτύσσονται σε φρούτα και λαχανικά που βρίσκονται στο στάδιο της αποσύνθεσης. Χαρακτηριστικό τους είναι ότι εντοπίζονται κοντά και γύρω από δοχεία με ξύδι, κρασί, τουρσί και γενικά όπου υπάρχει όξινο περιβάλλον. Τα ενήλικα έντομα έχουν μέγεθος 3-4mm, συμπεριλαμβανομένων και των φτερών. Το χρώμα τους είναι ανοιχτό καφέ με σκούρα κοιλία και μάτια κόκκινου χρώματος. 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Χρυσόμυγες (οικογ. Calliphoridae.)

Οι μύγες αυτού του είδους πέρα από την ενόχληση που προκαλούν, έχουν και σημαντική ιατρική σημασία. Μέσω των προνυμφών μεταδίδουν νοσήματα που προσβάλλουν τις κοιλότητες των ιστών (συνήθως σε πληγές) των ανθρώπων και των ζώων. Τα ενήλικα έχουν μήκος 4-16mm και το χρώμα του σώματός τους είναι συνήθως ιριδίζον μεταλλικό μπλε ή χαλκοπράσινο στο οποίο οφείλουν το χαρακτηρισμό τους ως χρυσόμυγες. Τα περισσότερα είδη αυτής της μύγας αναπτύσσονται σε σώματα νεκρών ζώων, ζωικά περιττώματα, σάπια βλάστηση και σκουπίδια. 
 
 
 
 
 
 
 
 

Κρεατόμυγες (οικογ. Sarcophagidae)

Οι μύγες αυτές συναντώνται σε όλο τον κόσμο και είναι χαρακτηριστικές μεγάλες, τριχωτές, μη ιριδίζουσες σε γκριζωπού χρώματος. Τα ενήλικα αφήνουν προνύμφες και όχι αυγά σε τροφές σε αποσύνθεση, περιττώματα, πληγές αλλά κυρίως σε πτώματα καθώς είναι πτωματοφάγες. Προκαλούν μυϊάσεις που επηρεάζουν διάφορα μέρη του σώματος ανάλογα με το σημείο προσβολής όπως οφθαλμούς, δέρμα, ρινοφαρυγγική κοιλότητα, εντερικό σωλήνα, κλπ.
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Μυγάκια των φρεατίων (Psychodidae)

Αν και εντομολογικά ανήκουν στην υποοικογένεια των φλεβοτόμων που συνήθως αναφέρονται ως “σκνίπες” οι περισσότεροι άνθρωποι τα αναφέρουν ως “μυγάκια”. Το σώμα τους και τα φτερά τους είναι τριχωτά. Το χρώμα τους είναι υποκίτρινο έως καφέ γκρι, ανάλογα με το είδος. Τα περισσότερα είδη δεν μπορούν να νύσσουν το δέρμα των ανθρώπων και των ζώων, ωστόσο υπάρχουν είδη των οποίων τα θηλυκα μυζούν το αίμα ανθρώπων και ζώων κυρίως κατά τις νυκτερινές ώρες. Αναπτύσσονται στα τοιχώματα των φρεατίων και σε χώρους όπου συγκεντρώνονται λύματα. Αγαπούν την υγρασία και οι προνύμφες τους τρέφονται με οργανικές οπυσίες. Πολύ συχνά το πρόβλημα αναφέρεται ως “μαύρα μυγάκια” που συναντώνται κυρίως στο μπάνιο ή σε κουζίνες και χψώρους επεξεργασίας τροφίμων λόγω της υψηλής υγρασίας και της αφθονίας τροφής. Πέρα από το γεγονός ότι είναι ενοχλητικά έντομα και ανεπιθύμητα σε χώρους εστίασης αποτελούν σοβαρό υγειονομικό κίνδυνο, καθώς αποτελούν φορείς σοβαρών ασθενειών όπως η σπλαχνική λεϊσμανίαση (Καλα-αζάρ), δερματική λεϊσμανίαση, κ.α.